Πόσο πεθύμησα ξανά να αδράξω την σκόνη
Να περιμένω στο παράθυρο να πέσει το χιόνι ,
Πόσο πεθύμησα ξανά σαν παιδί να φωνάξω
Στις αυλές του σχολείου σαν τρελλός να την ψάξω.
Πόσο πεθύμησα θεέ μου , την παλιά μου την πλάνη
Και τα όνειρα στον κόσμο (σε κόσμους) , που το μυαλό τους δεν φτάνει.
Θα ήθελα ξανά παιδί να παίξω στην αλάνα
να λερωθώ και πάλι , να με μαλλώσει η μάνα.
Ν`άχα ξανά την εποχή που έρεαν σαν χείμμαρος οι στίχοι
Και σκύβανε σαν έγραφα στις πλάτες μου οι τοίχοι ,
Την εποχή που διάβαζα , θυμάμαι , με την βία
Να`ξερες πόσο μου έλειψες , πουτάνα εφηβεία..
Θυμάμαι ότι έκοβα απ`τήν αυλή λουλούδια
Και χανόμουνα σε όνειρα , παρέα με τραγούδια ,
Θυμάμαι πως ταξίδευα , και τον ήλιο είχα στην πλάτη
Και πίστευα τα βάσανα πως ήταν μια απάτη.
Είναι μακρυνή ανάμνηση πως ήμουν αισθηματίας
Τώρα είμαι του μεγαλύτερου πολέμου τραυματίας.
Θυμάμαι κάποτε είχα την αθωώτητα στα μάτια ,
Τώρα απλά ψάχνω , τα χαμένα μου κομμάτια.
Πόσο ήθελα θυμάμαι τα πάντα να αποφύγω
Τώρα απλά ψάχνω , τον δρόμο για να φύγω.
Θα`θελα να ήξερα την νύχτα που κοιμούνται
Τί όνειρα ονειρεύονται και πόσοι με θυμούνται.
Μα απ`όλους που με γνώρισαν , φίλους , και αυτούς που με έχουν φτύσει
Θα ήθελα να ξέρω ποιοί με μισούν , και ποιοί με έχουν αγαπήσει.
Μάριος Λούκα